Τον Δικαστή είτε τον Εμπιστεύεσαι είτε τον Καταργείς
Τον Δικαστή είτε τον Εμπιστεύεσαι είτε τον Καταργείς
Η επανάκαμψη στην επικαιρότητα της υπόθεσης των Τεμπών δια των μεγαλειωδών συγκεντρώσεων που διοργανώθηκαν σε πλείστες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού και με την συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, καθώς και οι αιτιάσεις της αντιπολίτευσης περί συγκάλυψης της υπόψιν υπόθεσης εκ μέρους κυβερνητικών παραγόντων επαναφέρουν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης την εμπιστοσύνη των πολιτών στην Δικαιοσύνη και στους θεσμούς γενικότερα. Σε πρόσφατες σφιγμομετρήσεις της κοινής γνώμης ανακύπτει το εύρημα ότι μία μεγάλη πλειοψηφία Ελλήνων είτε δεν εμπιστεύεται την δικαστική εξουσία είτε θεωρεί πως “δεν κάνει την δουλειά της”. Αυτό το εύρημα, αν υποτεθεί αληθές – και δη αν επαληθευθεί το εύρος της συμφωνίας του λαού προς τις ανωτέρω διαπιστώσεις – έχει δύο πτυχές, μιαν επιφανειακή και μια βαθύτερη, οι οποίες αξίζουν της προσοχής μας.
Η πρώτη πτυχή είναι η αφοριστική: έχει την ίδια ποιοτική υφή με το συμπέρασμα πως “τίποτα στην χώρα δεν λειτουργεί”, πως “όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι” κ.τ.τ. Η δεύτερη ωστόσο, είναι πιο ανησυχητική: ότι στην Ελλάδα οι θεσμοί δεν λαμβάνονται στα σοβαρά. Η πίστη στην ορθή τους λειτουργία, αν ποτέ υπήρξε πραγματικότητα, έχει από ετών τρωθεί και το κύρος τους έχει εξανεμιστεί, συχνά εξαιτίας και των προσώπων που τους ενσαρκώνουν. Τούτο δυστυχώς δεν είναι νέο εύρημα· κατά την διάρκεια των χρόνων της κρίσης, οι θεσμοί λ.χ. της κυβέρνησης, της βουλής, των ανεξάρτητων αρχών, των πολιτικών κομμάτων, των μέσων μαζικής ενημέρωσης κ.λπ. έχουν καταρρακωθεί, με τον λαό να εμπιστεύεται περισσότερο θεσμούς περισσότερο οικουμενικούς και οιονεί αχρονικούς, όπως ο στρατός ή η εκκλησία.
Δεν θα πρέπει να αδικήσουμε τον ελληνικό λαό. Στην χώρα μας, η εκτελεστική εξουσία, συγκεντρωμένη εν πολλοίς στο πρόσωπο του πρωθυπουργού ηγεμονεύει επί της νομοθετικής, συχνά σε σημείο ώστε η βουλή να καθίσταται ένας θάλαμος επικύρωσης προειλημμένων αποφάσεων (ante-chamber)· οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές συχνά καταντούν έρμαιο πολιτικών αντεκδικήσεων και ατυχώς εργαλειοποιούνται· τα Μ.Μ.Ε. ελέγχονται για την μεροληψία τους, ενώ τα πολιτικά κόμματα δεν εμφανίζουν ιδιαίτερο ιστορικό βάθος, ιδίως μάλιστα την τελευταία εικοσαετία, όπου έχουν κάνει την εμφάνισή τους πολλά κόμματα ευκαιρίας (flash parties). Παρά ταύτα όμως, η συλλήβδην θεσμική απαξίωση δεν θα έπρεπε σε μια δημοκρατική πολιτεία να καταλαμβάνει και την Δικαιοσύνη.
Σε αντίθεση με τον πολιτικά χρωματισμένο χαρακτήρα της εκάστοτε κυβέρνησης ή της σύνθεσης της βουλής, η Δικαιοσύνη –οφείλει να– παρέχει εγγυήσεις αμεροληψίας και αντικειμενικότητας, αποτελώντας μια πολιτειακή σταθερά sine qua non για ένα ευνομούμενο κράτος. Η επίλυση των διαφορών, η εξιχνίαση των αδικημάτων και η ύπαρξη ενός φορέα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου από την κρατική παρέμβαση και την αυθαιρεσία εξαρτώνται από την ομαλή λειτουργία της Δικαιοσύνης. Η τελευταία αποτελεί και τον πυρήνα του κράτους δικαίου στην φιλελεύθερη δημοκρατία: η πλειοψηφία άρχει αλλά και η μειοψηφία θωρακίζεται. Η δημοκρατική συνθήκη προϋποθέτει ένα άλμα καλής πίστης (leap of faith), ένα τεκμήριο εμπιστοσύνης στην δικαστική εξουσία. Αν το τεκμήριο αυτό τεθεί σε αμφισβήτηση, τούτο συνεπάγεται συνολικό συστημικό κλυδωνισμό. Απλώς ειπείν: τον δικαστή ή τον εμπιστεύεσαι ή τον καταργείς – μέση λύση δεν υπάρχει.
Η δικαστική εξουσία συχνά γίνεται δυσάρεστη· τούτο όμως δεν συμβαίνει επειδή οι λειτουργοί της εσκεμμένα το επιθυμούν, αλλά χάριν της ατομικότητας και της ειδικότητας κάθε υπόθεσης, όπως αυτή προκύπτει από την μελέτη της δικογραφίας και τα προσκομιζόμενα στοιχεία. Οι δικαστές είναι συχνά τυπολάτρες – αλλά οφείλουν να είναι. Παρά τα όσα της προσάπτονται, με πρώτο όλων την βραδύτητά της, η ελληνική δικαιοσύνη λειτουργεί: ας μνημονευθεί ότι και η εκδίκαση της υπόθεσης της Χρυσής Αυγής διήρκεσε επτά έτη, αλλά όχι επ’ ωφελεία των κατηγορουμένων που τελικώς καταδικάστηκαν με βαρύτατες ποινές. Διατηρώ την πίστη ότι και στην περίπτωση των Τεμπών, η Δικαιοσύνη, παρά τις όποιες δυσκολίες, θα επιτελέσει το καθήκον της, απονέμοντας κατά τον Σταγειρίτη εκάστω τα οφειλόμενα. Δεν μπορεί να συμβεί διαφορετικά: το μείζον ζητούμενο κάθε δικαστικής υπόθεσης είναι η διακρίβωση της αλήθειας. Προς αυτήν κατατείνει εκ της φύσεώς της η δικαιοδοτική διαδικασία. Και ως γνωστόν στην μάχη μεταξύ ψέματος και αλήθειας, στο τέλος πρυτανεύει η αλήθεια. Μπορεί το ψέμα να έχει ένταση, όμως η αλήθεια διαθέτει διάρκεια – και η τελευταία αυτή είναι ακαταγώνιστη.
* Το παρόν δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΕΣΤΙΑ”, στις 09.02.2025.

