Παίρνουμε τα Δικαιώματα στα Σοβαρά;

Παίρνουμε τα Δικαιώματα στα Σοβαρά;

Τον Ιανουάριο του 1828, κατόπιν αιτήματος του κόμητος Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος επρόκειτο να αναλάβει καθήκοντα ως πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, η οποία λειτουργούσε εδώ και περίπου έξι μήνες ως νομοθετικό σώμα της χώρας, αυτοδιαλύθηκε και εκχώρησε στον Κυβερνήτη πλήρεις εξουσίες (pleins pouvoirs). Ο λόγος που αυτό συνέβη ήταν η επίκληση των εκτάκτων συνθηκών στις οποίες διατελούσε η χώρα: οθωμανικά στρατεύματα ήλεγχαν ακόμη τμήματα της ελληνικής επικράτειας, ο γενικός πληθυσμός διαβιούσε υπό άθλιες συνθήκες, οι κρατικές υπηρεσίες ήταν υποστελεχωμένες, ανοργάνωτες ή ανύπαρκτες. Με αυτόν τον άδοξο τρόπο τελείωσε πριν καν αρχίσει η εφαρμογή του Συντάγματος της Τροιζήνας, το οποίο αποτελεί ίσως το κορυφαίο σημείο του ελληνικού συνταγματισμού, χάριν της αρχής salus populi suprema lex esto.

Έκτοτε πέρασαν περίπου δύο αιώνες. Νομικά και φιλοσοφικά ρεύματα άνθισαν και αποδομήθηκαν. Ιδίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε να εμπεδώνεται η αρχή ότι οι άνθρωποι έχουν δικαιώματα από την φύση τους, όχι απλώς επειδή έτυχε να νομοθετηθούν. Η σκοτεινή εμπειρία των νόμων της Νυρεμβέργης εξώθησε μεγάλους θεωρητικούς του δικαίου, όπως ο Gustav Radbruch, να αναθεωρήσουν την θετικιστική τους αντίληψη ότι το δίκαιο υπάρχει επειδή “ετέθη” υπέρ μίας πιο καντιανής, θα λέγαμε, προσέγγισης περί αυθύπαρκτων και απαραβίαστων δικαιωμάτων, τα οποία έκαστος έχει ως σκοπός καθ’ εαυτόν. Άλλωστε, δεν θα μιλούσαμε για τα νομικά ως επιστήμη, αν κάθε νόμος ήταν δίκαιος ή αν το δίκαιο μπορούσε να διαγραφεί και να επαναπροσδιοριστεί αναλόγως των ιδεοπολιτικών αντιλήψεων που επικρατούν.

Η πανδημία του νέου κορωνοϊού μας φέρει όμως ενώπιον ενός δυσάρεστου συμπεράσματος, το οποίο ασφαλώς δεν υποχρεούμαστε να αποδεχθούμε. Τα δικαιώματα εκλαμβάνονται σήμερα ως πολυτέλειες, οι οποίες υφίστανται μόνον σε συνθήκες ομαλότητας. Τα κηρύγματα περί ηθικής αυτονομίας, περί ελευθερίας επιλογών, περί σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων έχουν δώσει την θέση τους στην αναγκαιότητα προστασίας της “δημόσιας υγείας”.

Χρησιμοποιήθηκαν πάσης φύσεως συνταγματικά επιχειρήματα: επικλήσεις στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., στην αρχή της αναλογικότητας κ.λπ. Αυτά τα επιχειρήματα ήταν λυσιτελή τις πρώτες εκείνες 15 ημέρες του εαρινού lockdown. Όταν η χώρα βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση εδώ και σχεδόν έναν χρόνο, κάθε είδους “ζυγαριά” στάθμισης δικαιωμάτων έχει χάσει όποια χρησιμότητα. Πέραν του ερωτήματος σχετικά με το τί ορίζουμε ως δημόσια υγεία (κατά τον Π.Ο.Υ. θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε και την κοινωνική και ψυχική υγεία, πτυχές οι οποίες όχι μόνο δεν προστατεύονται αλλά βίαια ποδοπατούνται από το συνεχόμενο lockdown), πρέπει στα αλήθεια να αναρωτηθούμε: πιστεύουμε οι ίδιοι στην φυσική ύπαρξη ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Αν πιστεύουμε στην ύπαρξή τους, πρέπει να σταθούμε αντάξιοί τους και συνεπείς στις θέσεις μας περί απολυτότητάς τους: αξία του ανθρώπου, δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας, δικαίωμα ανάπτυξης οικονομικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας κ.λπ.

Έχουμε όμως κατακτήσει ένα τέτοιο επίπεδο νομικού πολιτισμού ώστε να ασκούμε τα δικαιώματά μας πεπεισμένοι για την απόλυτη αξία τους και τελούντες παράλληλα εν γνώσει ότι δεν πρέπει να βλάπτουμε τους άλλους ή χρειαζόμαστε ακόμη κάποιον να μας “τραβάει το αυτί” για να αντιληφθούμε το όριο ελευθερίας και ασυδοσίας, θέτοντάς μας σε… καραντίνα;

Αν πάλι με την στάση ή την συμπεριφορά μας δείχνουμε ότι δεν πιστεύουμε οι ίδιοι στην εγγενή αξία των δικαιωμάτων μας και πως δεν είμαστε ώριμοι αρκετά ώστε να ανταποκριθούμε στα καθήκοντα ενός πολίτη φιλελεύθερης δημοκρατίας, τότε η πολιτική μας παιδεία και θεσμική αυτοπεποίθηση δεν διαφέρει σε πολύ από εκείνη που είχαν τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, όταν εκπλήρωναν το αίτημα του Κυβερνήτη.

σ.σ.: Κατά την γνώμη του γράφοντος, ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν σπουδαία πολιτική προσωπικότητα και εκ των πλέον σημαντικών ηγετών που ανέδειξε ποτέ η χώρα. Κατάφερε μέσα σε τρία χρόνια να μετατρέψει μια διαλυμένη και παντελώς άναρχη επικράτεια σε στοιχειωδώς λειτουργούσα και ευνομούμενη Πολιτεία. Τούτο όμως δεν αναιρεί ότι κυβέρνησε απολυταρχικά, ελλείψει συνταγματικών περιορισμών της εξουσίας του.